Στην Ελλάδα, τα κτήρια των κατοικιών αντιπροσωπεύουν το 79,1% του συνολικού πλήθους κτηρίων, ενώ με βάση την απογραφή του 2011, το 55% των κτηρίων της χώρας με χρήση κατοικίας έχει κατασκευαστεί πριν το 1980, δηλαδή είναι θερμικά απροστάτευτα, ενώ λόγω της οικονομικής ύφεσης, ο αριθμός των κτηρίων που έχουν κατασκευαστεί μετά το 2010 με τις ελάχιστες απαιτήσεις του Κανονισμού Ενεργειακής Απόδοσης Κτιρίων (Κ.Εν.Α.Κ.) είναι μόλις το 1,5%. Σύμφωνα με τον Κ.Εν.A.K., προβλέπεται η ενσωμάτωση ενός ολοκληρωμένου ενεργειακού σχεδιασμού των κτηρίων με σκοπό τη βελτίωση της ενεργειακής αναβάθμισής τους, την εξοικονόμηση ενέργειας και την προστασία του περιβάλλοντος, με συγκεκριμένα μέτρα δράσεων. Αρκετές επιστημονικές μελέτες έχουν δείξει ότι, μεταξύ των μέτρων ενεργειακής αναβάθμισης, η θερμική βελτίωση των εξωτερικών τοίχων, και γενικά του κελύφους του κτηρίου, παρέχει τα σημαντικότερα οφέλη όσον αφορά τη μείωση της τελικής χρήσης ενέργειας και των εκπομπών CO2.
Βεβαίως, θα πρέπει να τονισθεί ότι η συνολική εξοικονόμηση ενέργειας στην κατοικία δεν θα προέλθει μόνο από την μόνωση των τοίχων αλλά και από τις αποδόσεις του εγκατεστημένου εξοπλισμού και από τις συνήθειες και τις συμπεριφορές κατοίκησης. Στη Βόρεια Ελλάδα μελετήθηκε ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα 42 κτηρίων (κατοικιών, δημόσιων και μικτής χρήσης) για μια περίοδο 6 ετών, προκειμένου να προσδιοριστούν οι δυνατότητες των πιο αποτελεσματικών μέτρων εξοικονόμησης ενέργειας, λαμβάνοντας υπόψη την οικονομική βιωσιμότητα. Οι δύο σημαντικότεροι τομείς για εξοικονόμηση ενέργειας σε αυτά τα κτήρια διαπιστώθηκε ότι είναι η βελτίωση του συστήματος της κεντρικής θέρμανσης και η βελτίωση της θερμομόνωσης του κελύφους του κτηρίου. Τα αποτελέσματα αυτής της εργασίας έδειξαν ότι μία μέση εξοικονόμηση ενέργειας 28% ήταν δυνατή.
Για να διαβάσετε ολόκληρο το περιοδικό γίνετε συνδρομητές.